Excerpt for Η Κόκκινη Νύχτα by , available in its entirety at Smashwords

Η Κόκκινη Νύχτα

Νιόβη Λύρη

Published by Niovi Lyri at Smashwords



Copyright 2017 Niovi Lyri (greek: Νιόβη Λύρη)



Smashwords Edition, License Notes:

Thank you for downloading this book. You are welcome to share it with your friends. This book may be reproduced, copied and distributed for non-commercial purposes, provided the book remains in its complete original form. If you enjoyed this book, please return to Smashwords.com to discover other works by this author. Thank you for your support.

Σας ευχαριστούμε που κατεβάσατε αυτό το ηλεκτρονικό βιβλίο. Μπορείτε να το μοιραστείτε με τους φίλους σας. Αυτό το βιβλίο μπορεί να αναπαραχθεί, αντιγραφεί και διανεμηθεί για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι θα παραμείνει στην πλήρη αρχική του μορφή. Αν σας αρέσει αυτό το βιβλίο, επισκεφθείτε πάλι το Smashwords.com και ανακαλύψτε άλλα έργα της συγγραφέως. Σας ευχαριστούμε για την υποστήριξή σας.

1

Ποτέ δεν θα τους πω την αλήθεια, σκέφτηκε η Χλόη σβήνοντας το φως, δεν έχει νόημα. Θα μου πουν πάλι τα γνωστά και στο τέλος θα συμφωνήσω, στα ψέματα.

Στο σκοτάδι τώρα, μόλις που διέκρινε την πόρτα με το φωτάκι της κλειδαριάς. Η ξύλινη επένδυσή της ανέδιδε ακόμα άρωμα βερνικιού, ανάμικτο με μια οσμή υγρασίας από τους πέτρινους τοίχους δύο αιώνων. «Ζεις σε έναν πύργο», της είχε πει η Τζάκι με θαυμασμό την πρώτη φορά που είδε το σπίτι, στους πρόποδες του σκοτεινού λόφου και με το αέτωμα να υψώνεται κατάμαυρο στον ουρανό, να γεννάει το φόβο. Όμως η Τζάκι δεν φοβόταν το σκοτάδι, ούτε η Χλόη άλλωστε.

Πράγμα σωτήριο τώρα στον πόλεμο, με τις συσκοτίσεις. Ήταν ήδη μεσάνυχτα, και όπως η πόρτα άνοιξε με την εντολή από τη συσκευή της Χλόης, το μόνο φως που φάνηκε έξω, πλατινένιο, ήταν του φεγγαριού. «Πάμε, Φρόντο», είπε με καθαρή φωνή και έκανε δυο βήματα στο κεφαλόσκαλο. Το φεγγάρι πράγματι έλαμπε στον ουρανό πίσω από λίγα, περαστικά σύννεφα. Ήταν Αλκυονίδες, και τα παιδιά στο Αρχηγείο δεν φορούσαν, εδώ και μέρες, κάτι ζεστότερο από ένα ελαφρύ διαδραστικό μπουφάν. Για την περίσταση πάντως η Χλόη φορούσε ένα μεσάτο, κομψό παλτό: υποτίθεται ότι έβγαινε για το Σαββατόβραδο, όπως κάνουν οι Άλλοι.

Πληκτρολόγησε τον κωδικό και η ξύλινη πόρτα υπάκουσε, κλείνοντας ήσυχα και ασφαλίζοντας τον πύργο. Η αυλή κάτω έμοιαζε με άδεια πλατεία θεάτρου (υπήρξε άλλωστε θέατρο), με τη Χλόη πάνω στην υπερυψωμένη σκηνή. Στο πλακόστρωτο, λαμπερό στο φεγγαρόφωτο σαν νερό που λιμνάζει, τα γεωμετρικά σχέδια έμοιαζαν να κινούνται, χάρη στις σκιές των δέντρων ή το γοργό πέρασμα κάποιου όντος ζωντανού. Μια αόρατη παράσταση που δόθηκε πριν πολλά χρόνια εδώ ζωντάνευε στις ανάσες της νύχτας κι όλος ο αέρας πάνω από το σπίτι γινόταν έμψυχος, κατοικημένος. «Καημός αλήθεια να περνώ, του έρωτα πάλι το στενό», τραγούδησε η Χλόη ασυναίσθητα.

Όμως βιαζόταν. Άρχισε να κατεβαίνει προσεκτικά τα πέτρινα σκαλιά με τα ψηλά της τακούνια, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Φρόντο, που γρύλισε σιγανά. Πάτησε το πλακόστρωτο κι ένιωσε ένα θρόισμα από το φυτό στη βάση της σκάλας μα δεν ήταν τίποτα, ο Φρόντο δεν αντέδρασε. Η εξώπορτα της αυλής, φτιαγμένη στην τελευταία αναπαλαίωση μα παραμελημένη όχι μόνο μετά την απαλλοτρίωση του σπιτιού αλλά και αρκετά πριν, έτριξε δυνατά και το τρίξιμο αντήχησε στα φαρδιά σκαλιά του πεζόδρομου που ανηφόριζε. Η Χλόη σήκωσε το κεφάλι. Ψηλά ο λόφος του Στρέφη ήταν ένα αχνό παραπέτασμα και από κάτω του, σπαρμένα λεπίδες φως, τα γειτονικά της σπίτια έστεκαν άδεια, με σακατεμένα κουφώματα. Τα γυμνά κλαδιά του δέντρου στη γωνία έμοιαζαν με τα μακριά, οστεώδη χέρια ενός απόκοσμου όντος. Ο Φρόντο γρύλισε πάλι και η Χλόη τον ακούμπησε στο έδαφος, του έβαλε στο στόμα τη συσκευή της και άναψε το φωτάκι στο στήθος του. Εκείνος κούνησε την ουρά του και το πράσινο στην άκρη της άναψε, ένδειξη ευχαρίστησης. Μετά ξεκίνησε να περπατάει με κανονικό ρυθμό, φωτίζοντας το δρόμο μπροστά τους. Ήταν ωραίο μοντέλο σκύλου, της άρεσε πολύ με αυτό το φουτουριστικό, ρομποτοειδές του στυλ, τον προτιμούσε από τα ζωόμορφα μοντέλα που είχαν μερικά παιδιά στο Αρχηγείο. Κι ήταν και σχεδόν αθόρυβος, τα πόδια του έκαναν ένα σιγανό, απόλυτα φυσικό ήχο καθώς περπατούσε.

Αντίθετα τα τακούνια της τα άκουγε με ενόχληση. Ο Αλμπέρτο της είχε τονίσει ότι έπρεπε να μοιάζει με τα κορίτσια των Άλλων όταν ντύνονται τα Σαββατόβραδα για να βγουν στα κλαμπ. Τώρα εδώ στην στενή οδό Κουντουριώτου, πέντε τετράγωνα ερημιά και με το φεγγάρι κρυμμένο από τις πολυκατοικίες, τα ίδια τα βήματά της την ξένιζαν, σαν να μην ήταν δικά της, σαν να δήλωνε την παρουσία του ένας άλλος, άγνωστός της εαυτός. Συνέχισε ωστόσο σταθερά ακολουθώντας τη φωτεινή δέσμη από το στήθος του Φρόντο. Στη γωνία με την οδό Σπύρου Τρικούπη προσπέρασε το παλιό θέατρο, ερείπιο τώρα, που κανονικά το Αρχηγείο θα το είχε ήδη απαλλοτριώσει αν δεν είχε, τώρα με τον πόλεμο, άλλες προτεραιότητες, και μπήκε στο πιο σκοτεινό και βρόμικο τμήμα του δρόμου. Οι κάδοι των σκουπιδιών ήταν ξέχειλοι, το σύστημα ανακύκλωσης, αποδιοργανωμένο σε όλη την πόλη, εδώ δεν προλάβαινε τίποτα, κι αν είχε λίγο περισσότερο φως θα διέκρινε τα γκράφιτι στους τοίχους που τα ήξερε απ’ έξω, Fuck the War, Fuck the United States of Europe και μερικά πιο ήρεμα, We are all Water Immigrants, Water is Life not Death, Peace on Earth and on the Rivers. Ένα σύρσιμο ακούστηκε από έναν κάδο. Ο Φρόντο κοντοστάθηκε, η Χλόη πρόλαβε να δει το ποντίκι, τεράστιο όπως όλα. Πού να είναι η Τζάκι; Η Τζάκι φοβόταν λίγο τα ποντίκια. Και παρόλο που τα φοβόταν είχε κοιμηθεί κάποτε δίπλα τους.

Έστριψε στη Μπουμπουλίνας και μετά στην Τοσίτσα. Ο φαρδύς πεζόδρομος με το κάποτε θαλερό και τώρα κατάξερο παρτέρι φωτιζόταν άπλετα από το φεγγάρι. Στο βάθος, στον ουρανό της Πατησίων, χρωματιστά φώτα πετούσαν κάνοντας κύκλους: τα Σαββατόβραδα ακόμα και τα drones έκαναν την εμφάνισή τους στα χέρια νεαρών. Παρά τις συστάσεις, να μην λειτουργεί τίποτα φωτεινό, η συσκότιση δεν ήταν παρά μια άσκηση τυπική, όλοι ήξεραν ότι κανείς ποτέ δεν θα βομβαρδίσει την Αθήνα.

Το άγαλμα της ξαπλωμένης γυναίκας στο κάτω μέρος της Τοσίτσα δεν είχε απόψε το κεφάλι του στη θέση του (ποτέ δεν ήξερες αν το έχει ή όχι) και καθώς το ακέφαλο σώμα φαινόταν πιο ανάγλυφο χάρη στο φεγγαρόφωτο, όλο το γλυπτό είχε όψη τρομακτική. Αλλά η Χλόη δεν εντυπωσιάστηκε, το άγαλμα σήμαινε απλώς ότι πλησίαζε την είσοδο του Αρχηγείου. Ο Τζο και ο Νικ, οι δύο ένοικοι του κοντινού κάδου ανακύκλωσης, που βρισκόταν κάτω από μια τεράστια νεκροκεφαλή, ζωγραφιστή στον τοίχο και με μάτια από ένθετο γυαλί, τη κοίταξαν με μάτια που γυάλιζαν ακόμη περισσότερο.

«Γεια σου, Μαύρη».

«Γεια», τους απάντησε φιλικά, ενώ ο Φρόντο γρύλισε με επιφύλαξη.

Καθόλου δεν την πείραζε που την έλεγαν Μαύρη, της άρεσε. Μακάρι να την έλεγαν έτσι από μικρή, τακτικά, φανερά, μακάρι από το νηπιαγωγείο μέχρι και το λύκειο να το έλεγαν όλοι, απλά και φυσικά όπως οι ένοικοι του κάδου της Τοσίτσα με τα γυαλιστερά μάτια. Ήταν το πιο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό της και όλοι το αποσιωπούσαν επίτηδες. Μαύρη, αυτό ήταν, μια όμορφη βεβαίως μαύρη, κι όχι τόσο μαύρη αφού ήταν «μιγάδα» (μεγάλη έμαθε αυτή την παράξενη λέξη), δηλαδή ανάμικτη. Αλλά πάντως μαύρη.

Έστριψε στην Πατησίων και η καρδιά της ελάφρυνε, εδώ η νύχτα έσπαγε από φώτα που σήμαιναν χαρά. Μια φορά που είχε δείξει αυτή τη χαρά της ο Αλμπέρτο της είχε πει: «Έλα, μην κάνεις σαν παιδί, δηλαδή φοβάσαι το σκοτάδι;» Για τον Αλμπέρτο αν κάποιος χαιρόταν με το φως ήταν επειδή φοβόταν το σκοτάδι, έτσι σκεφτόταν, ο κόσμος αποτελείται από αντίπαλα ζεύγη. Είχε προσπαθήσει τότε να του εξηγήσει, ότι είναι ωραίο το σκοτάδι, ωραίο όμως και το φως, το καθένα για άλλους λόγους, μα εκείνος είχε πει «αυτά είναι παιδιαρίσματα».

Και να που απόψε, στη συσκοτισμένη Αθήνα, η διαγράμμιση από φωσφορούχο υλικό στη μέση της Πατησίων, η προορισμένη να καθοδηγεί τα γυροπλάνα, δεν πήγαινε χαμένη: ψηλά αλλά στο χαμηλό, τον δικό τους αεροδιάδρομο, μόλις πέταξαν δυο. Και επίσης μερικά αυτοκίνητα, ηλεκτρικά βεβαίως, κυλούσαν στο οδόστρωμα, σημάδι ότι παρά τον πόλεμο ο κόσμος είχε βγει να διασκεδάσει. Το φως στο στήθος του Φρόντο δεν χρειαζόταν πια, η Χλόη έσκυψε και το έσβησε. Μετά έκανε στροφή και μπήκε στο προαύλιο του Αρχηγείου, δηλαδή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που ήταν η πιο ισχυρή Κατάληψη των Δικών της.


Το φεγγάρι ήταν πάνω από το κεντρικό κτίριο, το μεγαλόπρεπο Αβερώφειο με το ιωνικό πρόπυλο στην κορυφή της διπλής σκάλας. Η Χλόη στάθηκε λίγο να θαυμάσει. Μετά πήρε ανάσα και, πάντα με τον Φρόντο δίπλα της, προχώρησε μέσα στο κτίριο της Καλών Τεχνών, από την πλαϊνή του πόρτα. Στην άκρη κατά μήκος του διαδρόμου, κάτω από το αδύναμο φως της μοναδικής λάμπας, ξεχώριζαν παράξενα, απροσδιόριστα αντικείμενα και συμπλέγματα. Θύμιζαν μαρμαρωμένα γιγάντια αρθρόποδα, αράχνες ή κατσαρίδες, αν και, με μια πιο προσεκτική ματιά που τους είχε ρίξει μια φορά, έμοιαζαν μάλλον μισοχαλασμένα έπιπλα. Έτσι όπως ήταν σωριασμένα στο ημίφως του διαδρόμου ο Φρόντο τα μύρισε και γρύλισε ανήσυχος, ενώ κι η Χλόη προτίμησε να μην τα κοιτάξει δεύτερη φορά. Δεν κοίταξε ούτε το καμαράκι που κάποτε ήταν, όπως της είχαν πει, καντίνα αλλά τώρα στέγαζε το ραδιοσταθμό της Βαλέριας. Ήταν κλειστό και χωρίς ενδιαφέρον, αφού η Βαλέρια έλειπε. Μπήκε στην κεντρική αίθουσα του Αρχηγείου και πήγε κατευθείαν προς το μεγάλο τραπέζι όπου κάθονταν οι αρχηγοί.

Ο Αλμπέρτο καθόταν στη μέση του τραπεζιού. Ένα αδύναμο κίτρινο φως μάλλον σκίαζε παρά φώτιζε το πρόσωπό του. Δεξιά κι αριστερά του κάθονταν κάποιοι σύντροφοι γνωστοί στη Χλόη. (Πρακτικά αυτό σήμαινε: ξέρω πώς τους λένε και μάλλον θα τους αναγνωρίσω αν τους συναντήσω αλλού). Η επιφάνεια του τραπεζιού ήταν γεμάτη βιοδιασπώμενα ποτήρια και μπουκάλια, αποτσίγαρα και αποφάγια από σάντουιτς με αυγά ελεύθερης βοσκής και βιολογικό μαρούλι. Ήταν επίσης χαραγμένη με διάφορα συνθήματα και μουτζουρωμένη με μπογιά. Γύρω στην αίθουσα, σε καρέκλες και στρώματα, κάθονταν καμιά τριανταριά σύντροφοι, όχι περισσότεροι, ήταν Σάββατο βράδυ. Ανάμεσά τους ήταν και μια παρέα από άλλες Πολιτείες της Ευρώπης. Είχαν έρθει από τις πατρίδες τους για συμπαράσταση στον αντιπολεμικό αγώνα, αλλά ήταν μάλλον απομονωμένοι και απλώς βοηθούσαν στις δουλειές. Ξεχώριζαν από τις γλώσσες, τις φυσιογνωμίες και κυρίως από τη συνήθειά τους να καθαρίζουν το χώρο γύρω τους. Με εξαίρεση τη δική τους μικρή επικράτεια, άδεια ποτήρια και πιάτα ήταν παντού στην αίθουσα. Υπήρχαν επίσης λίγα βιβλία σε δυο στοίβες, ενώ αρκετές ατομικές συσκευές έφεγγαν στα χέρια, και σε μια γωνιά δυο σύντροφοι έπαιζαν ένα βιντεογκέιμ σε μια μεγάλη ταμπλέτα. Μόνο στην πιο μακρινή γωνία ένας μαύρος σωρός έδειχνε προσεκτικά τακτοποιημένος. Ήταν οι στολές των χούντις, δηλαδή οι στολές με κουκούλα και μάσκα, συχνά χρωματιστή, που φορούσαν οι σύντροφοι όταν έβγαιναν σε αποστολή, απαλλοτρίωσης ή άλλη. Από όλους αυτούς, Έλληνες και ξένους, πιο καλά η Χλόη γνώριζε τη Μαριάνθη, ένα κορίτσι με καστανά ίσια μαλλιά και λίγα σπυράκια στο πρόσωπο, σπουδάστρια της Καλών Τεχνών.

Η λάμπα του τραπεζιού άναβε από μια γεννήτρια πετρελαίου, η Χλόη την πρόσεξε γιατί ο Φρόντο είχε πλησιάσει και τη μύριζε. Το πετρέλαιο ήταν μια καινούργια ιδέα που είχαν φέρει οι Μετανάστες του Νερού από τις μακρινές τους χώρες μαζί με κόκκινα ρεβίθια, αρωματικά τσάγια και φυσικά παραισθησιογόνα. Ανάμεσα στις σκιές η Χλόη έβλεπε τη μακριά μύτη του Αλμπέρτο, τα λοξά κάπως μάτια του, το μέτωπο που πρόβαλλε από την αλογοουρά και πάνω από όλα τα λεπτά του χέρια, που τόσο της άρεσαν τις λίγες πια φορές που τα έβλεπε στις χορδές τις κιθάρας, ενώ τα αποστρεφόταν όταν τεντώνονταν με νεύρο και η φωνή του, σκληρή, έδινε διαταγές. Οι ένοικοι της Κατάληψης τους έλεγαν ότι είναι ταιριαστό ζευγάρι, αλλά τα κορίτσια την κοιτούσαν κοφτερά και τα αγόρια λαίμαργα. Η ίδια δεν μιλούσε πολύ και φρόντιζε να μένει κοντά στον Αλμπέρτο.

Ο Αλμπέρτο είχε αλλάξει από τότε που έφυγαν μαζί από την Ανδρομέδα. Πάνω στο πλοίο ήταν πιο γλυκός, τον θυμάται πολύ όμορφο, ένας πειρατής ήταν, με τα μακριά του μαλλιά, τη μπαντάνα στο κεφάλι και το ηλιοκαμένο στήθος γυμνό στον ήλιο. Είχε έρθει στο ιστιοφόρο ως μουσικός, στη μπάντα του πατέρα της, κι ίσως οι επιτυχίες που είχαν μαζί στα νησιά να ήταν που τον έκαναν έτσι γλυκό. Εδώ ήταν αφοσιωμένος στον αγώνα, η Χλόη έβλεπε μια άλλη του πλευρά, έπρεπε να είναι αυστηρός, να δίνει διαταγές. Και η ίδια τώρα πλησίασε υπάκουα, με το σώμα σκυφτό, να πάρει τις διαταγές της για απόψε. Αυτή η στάση της η πειθήνια έκανε τους άντρες να τον κοιτάζουν με ζήλια, η Χλόη όμως πίστευε πως δεν ήταν υποταγμένη, πως βαθιά μέσα της η θέλησή της ήταν ατόφια, ακέραια, ανεξάρτητη. Έλπιζε ωστόσο πως αυτό το ήξερε κι ο Αλμπέρτο, γιατί αν το ήξερε κι εκείνος θα ένιωθε κι η ίδια μεγαλύτερη σιγουριά.

«Είμαι έτοιμη», του είπε.

Ο Αλμπέρτο ωστόσο κοιτούσε χαμηλά, δίπλα στα πόδια της, τον Φρόντο. Το μοντέλο FROD32-PRO με το γκρι μεταλλιζέ σώμα και τα γαλάζια άκρα τον κοιτούσε κι εκείνο θαρρετά, αναλύοντας τη ήδη γνωστή του απεικόνιση, ενώ ταυτόχρονα κούνησε τις δύο μικρές κεραίες στο πρόσωπό του.

Ο Αλμπέρτο απεχθανόταν τον Φρόντο και δεν το έκρυβε. Γενικά απεχθανόταν τα ζώα-ρομπότ, μα ειδικά ο Φρόντο ήταν αντιπαθής σε όλη την Κατάληψη, γιατί ήταν αντίθετος με τις απόψεις τους. Τα λίγα παιδιά που είχαν ρομποτικά pet προτιμούσαν τα κυνόμορφα μοντέλα, αυτά που μιμούνταν δηλαδή το κεφάλι του σκύλου, τη μουσούδα, την ουρά του. Ο Φρόντο ήταν μοντέλο νεότερης αντίληψης, πιο φουτουριστικός. Είχε φώτα αντί για αυτιά, δεν είχε αληθοφανές στόμα αλλά μια υποδοχή για να φορτίζει συσκευές και το σώμα του, αεροδυναμικό και κομψό, θύμιζε μόνο αόριστα κάποιο ιδεατό σκυλί. Η Χλόη τον λάτρευε γιατί ήταν το δώρο του μπαμπά της πριν φύγει, όταν πια, με τον Πόλεμο του Νερού, είχαν δώσει την Ανδρομέδα στο ναυπηγείο. Η μπάντα σκόρπισε τότε και ο μπαμπάς της πήγε στην πατρίδα του, την Αιθιοπία, να πολεμήσει. Ο Αλμπέρτο της έλεγε ότι ανεχόταν τον Φρόντο κυρίως γι’ αυτό μα και γιατί, ως γούστο αντιπροσωπευτικό των Άλλων (οι Άλλοι προτιμούσαν τα φουτουριστικά από τα κυνόμορφα μοντέλα), ήταν κάλυψη για τη Χλόη, για αποστολές σαν την αποψινή.

Επιτέλους σήκωσε το βλέμμα του. Τους χώριζε πάντα το τραπέζι κι εκείνη προτίμησε να παραμείνει από την πλευρά της. Μετά από μια στιγμή δισταγμού, έστρεψε προς το μέρος της ένα σχεδιάγραμμα.

«Εδώ είσαι εσύ», τόνισε δείχνοντάς της με το δάχτυλο το σημείο όπου έπρεπε να σταθεί, κρατώντας τσίλιες και ειδοποιώντας όταν το έδαφος θα ήταν ελεύθερο για τους χούντις.


Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ήταν κλειστό. Δούλευε ως τις έντεκα κάθε βράδυ, «αυτά θα σταματήσουν όταν έρθουμε εμείς στα πράγματα», έλεγε ο Αλμπέρτο. Περνώντας η Χλόη το κοίταξε με ανάμικτα συναισθήματα, εδώ όλα είναι όμορφα και περιποιημένα. Η μεγάλη, απλωτή πρόσοψη με το ιωνικό πρόπυλο στη μέση και τις στοές με τις κιονοστοιχίες στα πλάγια έλαμπε στο φεγγαρόφωτο και στο φως του προβολέα που φώτιζε το γυροδρόμιο μπροστά του, στην πλατεία ανάμεσα στο κτίριο και τη λεωφόρο. Μια γιγαντοοθόνη έδειχνε εικόνες από το εσωτερικό του, τα πιο διάσημα εκθέματα από κάθε περίοδο, ανάγλυφα και αγάλματα, αγγεία και όπλα. Μουσείο και Αρχηγείο, Πολυτεχνείο δηλαδή, ήταν το ένα η φυσική συνέχεια του άλλου, με την οδό Τοσίτσα να τα χωρίζει σαν μεγάλη κοινή αυλή. Η Χλόη θυμόταν την εποχή που το Μετσόβιο άστραφτε, με τα μαρμάρινα πεζοδρόμιά του, και ήταν η καθιερωμένη επόμενη επίσκεψη των τουριστών, μετά από το Μουσείο. Η ίδια πήγαινε Γυμνάσιο, και τους έφερναν εδώ με το σχολείο να τους μιλήσουν για την αρχιτεκτονική του δέκατου ένατου αιώνα και να τους δείξουν το Αβερώφειο και τα δύο κτίρια που το πλαισίωναν, την Πρυτανεία και τη Σχολή Καλών Τεχνών. Τα θυμόταν καλά όλα αυτά, κι ωστόσο τα ένιωθε μακρινά, τώρα ανήκε σε άλλο κόσμο κι έπρεπε να βλέπει αλλιώς τα πράγματα.

Ψηλά στον ουρανό πετούσαν ένα περιστέρι, ένα σπουργίτι κι ένας παπαγάλος, όλα drones, των οποίων οι χειριστές κάθονταν στα παγκάκια έξω από το Μουσείο. Ένα γυροπλάνο πέρασε βουίζοντας πάνω από το κεφάλι της, με τον έλικά του να στριφογυρίζει στο φουλ. Ξέρω που πας, σκέφτηκε κοιτάζοντάς το με ζήλια, στο γυροδρόμιο του Λυκαβηττού. Η Πατησίων ήταν από τα πιο πολυσύχναστα περάσματα για τζάιρο (όπως έλεγαν μεταξύ τους τα γυροπλάνα), καθώς γειτόνευε με τα μικρά γυροδρόμια στις πλατείες Βικτωρίας και Αγίου Παντελεήμονα και με ένα μεγαλύτερο (και με αυστηρά μέτρα ασφαλείας) στα Δικαστήρια.

Στο φανάρι της οδού Ηπείρου πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο της Πατησίων, μπροστά στο μέγαρο Υπατία. Οι λίγοι πεζοί περαστικοί την κοίταζαν εντυπωσιασμένοι. Φορούσε ένα μεσάτο παλτό πάνω από στενό τζιν και συνθετική μεταξωτή μπλούζα και τα μακριά μαλλιά της ήταν κατσαρά στο φυσικό τους, το γνήσιο, το πλούσιο και ζηλευτό. Η κομψή σιλουέτα, το μελαψό δέρμα της, χρυσό στα φώτα της νύχτας, το πρόσωπο με τα αφρικάνικα μα ντελικάτα χαρακτηριστικά, όλα ήξερε πως συνέθεταν μια ιδιαίτερη ομορφιά. Το είχε πια συνηθίσει. Πέρασε βέβαια σκληρές δεκαετίες ώσπου να το πετύχει, αλλά τώρα ένιωθε ωραία, έτσι όπως την κοιτούσαν. Μάλλον μάντευαν πού πήγαινε, ενώ και το τετράποδο ρομπότ πλάι της, με τα πράσινα (θετική διάθεση) φωτάκια του, παρέπεμπε σε μια ξένοιαστη, μοδάτη Αθηναία, που ακόμα και στον πόλεμο ψάχνει την καλύτερη διασκέδαση και τα καλύτερα αξεσουάρ που μπορούν να προσφέρουν οι συνθήκες. Και να, έφτασε τώρα, το υπόγειο μπαρ της οδού Σκαραμαγκά, η Ιππολύτη, ήταν ανοιχτό και είχε κόσμο απ’ έξω, κάτω από το απαλό πρασινωπό φως της εισόδου. Το σημαντικό για τη Χλόη ωστόσο ήταν πως λίγα μόνο μέτρα από την Ιππολύτη, στη γωνία Πατησίων και Σκαραμαγκά, ήταν το σπίτι της Μαρίας Κάλλας, το Κάλλας όπως το έλεγαν στο Αρχηγείο. Το σπίτι προοριζόταν απόψε για απαλλοτρίωση.

Από τότε που άρχισε ο Πόλεμος του Νερού και μαζί του ο διχασμός, το σπίτι της Μαρίας Κάλλας θεωρήθηκε άτυπα ότι ανήκε στους Άλλους, τους Μουσειακούς, δηλαδή τους ευρωπαϊστές, όπως λέγονταν κανονικά. Πριν από τον Πόλεμο, τότε που όλα ήταν φωτισμένα και λαμπερά και στην Πατησίων η νεολαία γιόρταζε τα πρώτα γυροπλάνα, το σπίτι αναπαλαιώθηκε κι ήταν κι αυτό στο πρόγραμμα των σχολικών επισκέψεων, μαζί με το Μουσείο και το Πολυτεχνείο. Ήταν ένα τετραώροφο νεοκλασικό, στα χρόνια του πρωτοπόρα πολυκατοικία. Ξεχώριζε για τη λιτότητά του, με τα μπαλκόνια και τα παράθυρα στολισμένα με μαιάνδρους και ανάγλυφα στοιχεία, όπως έλεγαν οι ειδικοί, Αρ Νουβό. Λειτουργούσε ως Ωδείο τότε, και μάλιστα η Χλόη είχε φοιτήσει για λίγο εδώ. Θυμόταν το Μπλε Δωμάτιο, δηλαδή το μεγάλο σαλόνι, διακοσμημένο όπως στα χρόνια της Κάλλας πριν από έναν αιώνα, με μπλε υφάσματα, χαλιά και κουρτίνες και με ένα χαρακτηριστικό λεπτό άρωμα λουλουδιών από τις συνθέσεις στα βάζα, που από τότε της εντυπώθηκε ως το άρωμα του μπλε χρώματος. Ένα παλιό πιάνο ήταν κοντά σε μια μικρή μπαλκονόπορτα. Για τα μαθήματα υπήρχαν δωμάτια που ήταν οι παλιές κρεβατοκάμαρες της Μαρίας, της μαμάς της και της αδερφής της. Μα τώρα έπρεπε να το πάρει το Αρχηγείο.

Την περιέργειά της τράβηξε ένα μικρό αυτοκίνητο παρκαρισμένο λίγα μέτρα από την είσοδο του σπιτιού. Φαινόταν πολύ παλιό, είχε ένα ξεβαμμένο σκούρο χρώμα. Παράξενο αυτοκίνητο, κάποιος Μουσειακός θα συλλέγει αντίκες. Εκείνη τη στιγμή η ατομική συσκευή της στο στόμα - υποδοχή του Φρόντο χτύπησε. Την κοίταξε με άγχος (να ήταν οι σύντροφοι; Δεν είχαν τέτοια συνεννόηση) και είδε ότι είχε πάλι μήνυμα από την Ελβίρα. Αυτή η μυστηριώδης φίλη από τη Σελίδα Κοινωνικής Δικτύωσης Friends, που δεν της μιλούσε ποτέ, μόνο της έστελνε λουλούδια, τοπία και καλλιγραφημένους στίχους, είχε αρχίσει να της είναι συμπαθής, αν και καμιά φορά ενοχλούσε. Η Χλόη έκλεισε τον ήχο των μηνυμάτων για να μην μπερδευτεί.

Κοίταξε προσεκτικά το Κάλλας. Θα πρέπει να είχε κάποια συγκέντρωση των Άλλων, γιατί τώρα ένας τελευταίος έβγαινε βιαστικά και έτρεχε κι αυτός προς την Ιππολύτη, ενώ μέσα στο σπίτι ένα φως έσβησε, αυτόματα προφανώς, πίσω του. Άρα το προειδοποιητικό τηλεφώνημα είχε γίνει και το σπίτι άδειαζε. Στην είσοδο της Ιππολύτης διέκρινε πάντα σκιές στο πρασινωπό φως, δυο ξανθές κοπέλες κοίταζαν προς το μέρος της. Μουσειακές, μουρμούρισε, χωρίς ωστόσο να νιώθει την περιφρόνηση που θα άρμοζε κανονικά. Πήρε τον Φρόντο αγκαλιά και κινήθηκε προς τη γωνία της Σκαραμαγκά απέναντι από το σπίτι. Εκεί στάθηκε ακίνητη, με το ρομπότ και τη συσκευή της στα χέρια, ένα κορίτσι που περιμένει το ραντεβού της πριν μπει στο μπαρ. Στην είσοδό του οι δυο ξανθές Μουσειακές την κοιτούσαν ακόμα, δίπλα τους στέκονταν δυο άντρες, λίγο πιο εκεί ένα ψηλός με μια επίσης ψηλή με κότσο. Κανένας άλλος πουθενά, κανένας δεν πλησίαζε. Ούτε γυροπλάνα υπήρχαν στον ουρανό, ούτε drones αυτή τη στιγμή. Τώρα.

Άνοιξε με ύφος ανέμελο τη συσκευή κι έστειλε το συνθηματικό.

Η πρώτη μολότοφ σφύριξε δυνατά και ανατριχιαστικά. Οι θαμώνες του μπαρ τινάχτηκαν τρομαγμένοι, αλλά και με μια ηδονική περιέργεια, η Χλόη την ένιωθε στον αέρα. Αμέσως έσκασε δεύτερη βόμβα στο ισόγειο. Η επόμενη εκτοξεύτηκε ψηλά. Ο όροφος λαμπάδιασε.

Η Χλόη δεν είχε οδηγίες για από εδώ και μπρος, εκτός από τη γενική «φεύγεις». Χωρίς να ξέρει γιατί, κινήθηκε μηχανικά προς το φλεγόμενο σπίτι και πέρασε αργά μπροστά του με τα μάτια μισόκλειστα. Θυμόταν: τα μπλε βελούδα στα παράθυρα, τους γαλάζιους τοίχους, το πιάνο που κοιμόταν στο ημίφως. Το δωμάτιο όπου έκανε ασκήσεις με μια συμμαθήτρια. Είχαν μια δασκάλα γλυκιά, ηλικιωμένη, Ρωσίδα, είχε πρόβλημα με την άδεια διαμονής στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Η άρια ανέβηκε ασυναίσθητα στο στήθος της, ο Φρόντο στην αγκαλιά της έβγαλε έναν ήχο σαν κλάμα. «Σσστ», του ψιθύρισε και τον έβαλε στη σίγαση, δεν μπορούσε να τον ακούει να κλαίει.

Είχε περάσει τώρα μπροστά από την είσοδο του σπιτιού, περπατούσε ακόμα κι ένιωθε τις φλόγες να πυρώνουν τη νύχτα. Η φωτιά έγλειφε μέσα κι έξω το κτίριο, τους ανάγλυφους μαιάνδρους και τα μικρά μπαλκόνια. Η Χλόη περπατούσε ναρκωμένη από τους ήχους της καταστροφής, από τις φωνές και τις σειρήνες, περπατούσε και νουθετούσε με πείσμα τον εαυτό της, αυτό πρέπει τώρα να γίνει, αυτή είναι τώρα η ζωή μου, όταν ένα τρομακτικά δυνατό ωστικό κύμα που δεν ήταν από το σπίτι την τίναξε και την έριξε κάτω, πετώντας και τον Φρόντο μακριά της. Τα μάτια της πλημμύρισαν από την εικόνα ενός τεράστιου άγριου λουλουδιού που ξερνούσε φλόγες, σπίθες και πυρωμένα κομμάτια μέταλλο. Χτυπήθηκα από βόμβα, σκέφτηκε και γέμισε απότομα τρόμο, καθαρό τρόμο. Άνοιξε το στόμα της να φωνάξει όσο μπορούσε πιο δυνατά, να φωνάξει βοήθεια, αλλά δεν βγήκε καμιά φωνή, κανένας φθόγγος. Το άγριο λουλούδι είχε γίνει κομμάτια τώρα, ήταν το παλιό ξεβαμμένο αυτοκίνητο. «Βενζίνη», άκουσε μια φωνή γεμάτη πανικό από κάπου, «βενζίνη, τρέξτε!» Η Χλόη όμως είχε παραλύσει, δε μπορούσε να τρέξει, ούτε να αναπνεύσει, πεθαίνω σκέφτηκε. Προσπάθησε απελπισμένα να συρθεί πιο μακριά.

Τότε ένιωσε μια άλλη δύναμη, σταθερή, να την αρπάζει από τη μέση και τα πόδια και να την μεταφέρει επιδέξια και γρήγορα μακριά από το φλεγόμενο όχημα. «Είναι αυτοκίνητο βενζίνης, ανατινάχθηκε, πρέπει να φύγεις μακριά του», της είπε δυνατά στο αυτί μια αντρική φωνή, ακουμπώντας την πάλι στο έδαφος, ενώ αστραπιαία εντόπισε κι έπιασε και τον Φρόντο. Η Χλόη στράφηκε και είδε το λεπτό, μακρύ πρόσωπο ενός άγνωστου άντρα. Το φώτιζαν οι φλόγες, και τα μάτια του ήταν παράλογα γαλήνια και καθησυχαστικά.

«Έλα», της ξαναείπε, κι ενώ η ίδια ένιωθε ότι έχανε τις αισθήσεις της από τις αναθυμιάσεις, την ανασήκωσε πάλι στα χέρια του, έτρεξε λίγα μέτρα και την ακούμπησε στη γωνιά, ακριβώς εκεί όπου στεκόταν λίγο πριν κάνοντας ότι έχει ραντεβού. «Εδώ θα είσαι καλά», της είπε, βάζοντας και τον Φρόντο στην αγκαλιά της. «Πάρε βαθιές ανάσες».

Λίγο αργότερα είδε τη Μαριάνθη, με στολή χούντι, σκυμμένη επάνω της να καλεί κάποιον με μια συσκευή, μάλλον τον Αλμπέρτο. Οι σειρήνες αντηχούσαν, κόσμος έτρεχε αλαφιασμένος πάνω κάτω, η φωτιά νόμιζε πως ακόμα την τύλιγε. Ζαλισμένη έγειρε το κεφάλι κι έκλεισε τα μάτια. Το τελευταίο που είδε ήταν ένα γυροπλάνο ψηλά, να περνάει μπροστά από το φεγγάρι.

2


«Ξύπνησε, αναπνέει μια χαρά. Χλόη;»

Η φωνή της Βαλέριας ήταν τρυφερή. Δεν ήταν πάντα έτσι, στις εκπομπές στο ραδιοσταθμό ήταν πιο επίσημη, άλλοτε πάλι της φαινόταν αυστηρή σαν δασκάλας. Όμως τώρα ήταν γλυκιά. Της θύμιζε τη μαμά της, κι από μια άποψη ήταν καλύτερη και από της μαμάς της, γιατί τη Βαλέρια δεν την πείραζε το μαύρο της χρώμα όπως εκείνη. Η Χλόη ήξερε με βεβαιότητα από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε ότι τη μαμά της την πείραζε το χρώμα της, κι ας μην της το είπε βέβαια ποτέ, κι ας ήταν πάντα γελαστή και τρυφερή, περισσότερο φίλη παρά μαμά μέχρι που χώρισαν, που εκείνη, η μαμά, έφυγε με έναν άντρα, λίγο πριν η Χλόη τελειώσει το Λύκειο. Αντίθετα ο μπαμπάς, ο κατάμαυρος μπαμπάς της από την Αιθιοπία έμεινε κοντά της ως την αρχή του πολέμου. Και βεβαίως δεν τον πείραζε το μαύρο χρώμα, το αντίθετο, ήταν περήφανος, πράγμα που επίσης ήταν πρόβλημα για τη Χλόη: η ίδια δεν ένιωθε περήφανη, ούτε είχε καμιά βεβαιότητα για το τι είναι. Ο μπαμπάς της ανήκε γνήσια κάπου, όπως όλοι οι Αφρικανοί που ήρθαν στην Ελλάδα τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα και κατοίκησαν στην Κυψέλη, τον Άγιο Νικόλαο και τα Πατήσια, σφραγίζοντάς τα με τη μουσική τους και το χορό, τα φαγητά τους και τα ιδιοφυή κομμωτήρια. Όταν το 2040 άρχισε ο Πόλεμος του Νερού, που στην Αφρική δεν ήταν τυπική συσκότιση μα αληθινό αιματοκύλισμα, ο μπαμπάς της πήγε να πολεμήσει στην πατρίδα του, αφήνοντας το κοινοτικό ιστιοφόρο, την Ανδρομέδα, στο ναυπηγείο και την κόρη του στον Αλμπέρτο. Κόντευαν τρία χρόνια από τότε.

Ένιωθε τα σεντόνια σκληρά, με ένα ανεπαίσθητο άρωμα απορρυπαντικού. Το φως ήταν πολύ χαμηλό. Η μνήμη της ζωντάνεψε, αν και με κενά: κάποιος την είχε κουβαλήσει στη γωνία. Εκεί έμεινε μόνη, μετά η Μαριάνθη τηλεφωνούσε στον Αλμπέρτο. Μετά θα ήρθε ο Αλμπέρτο και θα τη μετέφερε εδώ. Από ό,τι ένιωθε, αυτό που είχε πάθει ήταν κυρίως δύσπνοια. Δεν πονούσε, άρα δεν κάηκε, o άγνωστος την είχε σώσει. Αλλά πού βρίσκομαι τώρα; Καθώς οι αισθήσεις της ξανάρχονταν κατάλαβε πως έπρεπε να βρίσκεται στο Αρχηγείο, στο κτίριο της Πρυτανείας, απέναντι από την Καλών Τεχνών. Το κτίριο αυτό οι Δικοί της το είχαν μετατρέψει σε νοσηλευτήριο για τους Μετανάστες του Νερού.

«Πού είναι ο Φρόντο;», μουρμούρισε αναζητώντας το σκυλί, την χλιαρή του ζέστη.

«Εδώ είναι το βλαμμένο».

Ο Αλμπέρτο ήταν κι αυτός εδώ.

Η Χλόη άκουσε με ανακούφιση το σιγανό γαύγισμα, καθώς η Βαλέρια της έβαζε τον Φρόντο στην αγκαλιά. Ταυτόχρονα ένιωσε άσχημα, ο Αλμπέρτο δεν έκρυβε ποτέ την αντιπάθειά του για το ρομπότ. Ειλικρίνεια το έλεγε ο ίδιος αλλά η περιφρόνησή του για την αθώα χαρά της τη θύμωνε, κυρίως γιατί παρά τον ισχυρισμό του δεν ήταν ειλικρινής: ήθελε τον Φρόντο κι ας μην τον χώνευε, γιατί μέσω αυτού εκείνη φόρτιζε τη συσκευή της και έτσι εκείνος την έλεγχε.

Το πρόσωπο της Βαλέριας ήταν χαμογελαστό, καθησυχαστικό.

«Θέλεις κάτι να φας; Λίγο νερό;»

Κατένευσε για το νερό. Δεν πεινούσε.

«Εκείνο το αυτοκίνητο… βενζινοκίνητο ήταν; Κόντεψα να πάρω φωτιά, Βάλι. Κάποιος με έσωσε», είπε. «Ποιος ήταν;»

«Βενζινοκίνητο, ναι, ποιος ξέρει πώς βρέθηκε εκεί. Οι δικοί μας δεν έχουν ιδέα, κανείς τους δεν το έβαλε εκεί, και κανένας δυστυχώς δεν το κατάλαβε. Νέα παιδιά, δεν ξέρουν από βενζινοκίνητα. Ευτυχώς ήσουν τυχερή. Ναι, κάποιος πρέπει να σε τράβηξε από εκεί, όμως δεν ξέρω τίποτε άλλο».

«Ήταν ένας τύπος… ψηλός… με κάτι μάτια…»

Η Βαλέρια γέλασε.

«Ε, θα έχει κάτι μάτια, δεν θα έχει; Δεν έχω ιδέα, τι να σου πω, σε βρήκε η Μαριάνθη, μόνη σου, ακουμπισμένη στον τοίχο. Ανέπνεες δύσκολα κι ήσουν πολύ φοβισμένη. Αλλά δεν έχεις κάτι σοβαρό, σε είδε κι ένα από τα παιδιά μέσα που σπουδάζει ιατρική, δεν είναι τίποτα».

Ναι, έτσι θυμόταν και η ίδια. Και κάποιον να της λέει «πάρε βαθιές ανάσες».

«Τι ώρα είναι, Βάλι;»

«Δέκα το πρωί».

Κοιμήθηκα τόσο πολύ, σκέφτηκε με έκπληξη. Κι όμως νιώθω ακόμα αδύναμη. Ανησύχησε. Πρέπει να γίνω εντελώς καλά, μην πάθω τίποτα και δεν μπορώ να τραγουδήσω.

«Θέλω να κοιμηθώ πάλι», είπε, κι έσφιξε απαλά τον Φρόντο, καθώς, ακολουθώντας τον Αλμπέρτο, η Βαλέρια έσβηνε το φως και την άφηνε μόνη.


Όταν ξύπνησε πάλι πρέπει να ήταν απόγευμα, έξω μάλλον σκοτάδι, έπεφτε από τις πέντε. Ένιωθε τώρα καλά, γερή και πεινασμένη. Να βγω να πάρω κανένα σάντουιτς. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι. Έκανε κρύο, ο καιρός θα είχε γυρίσει, ήταν άλλωστε χειμώνας ακόμα. Άναψε το αδύναμο φως.

Τα ρούχα της ήταν δίπλα της, τακτοποιημένα: το τζιν, η συνθετική μεταξωτή μπλούζα, νάιλον κάλτσες καινούργιες και τα ψηλά τακούνια της. Η Βαλέρια την είχε φροντίσει. Φορούσε μια φόρμα παλιά και φθαρμένη αλλά καθαρή, θα της τη φόρεσαν για πιτζάμα. Πρέπει να πάω σπίτι, να πλυθώ. Η μπανιέρα με το φωτοκύτταρο στον πύργο μας θα είναι ό,τι πρέπει.

Ετοιμάστηκε να ντυθεί, μα τότε μια σιγανή φωνή τής τράβηξε την προσοχή. Κοίταξε γύρω της και διέκρινε στο βάθος της αίθουσας τρία κρεβάτια. Μα βέβαια, εδώ είναι το νοσηλευτήριο του Αρχηγείου. Ποιος να είναι εκεί; Κάτι θέλει, φαίνεται.

Πλησίασε σιγά. Στο μεσαίο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη μια κοπέλα με σκούρο δέρμα, όχι όμως σκούρο σαν το δικό της, μάλλον σαν των Ινδών. Ή σαν των γύφτων, σκέφτηκε μέσα της, μια σκέψη και φράση απαγορευμένη, το politically correct ήταν πολύ αυστηρό. Ήταν από τα λίγα πράγματα που εφάρμοζαν με ευλάβεια και οι δυο πλευρές, οι Δικοί της και οι Άλλοι.

Η κοπέλα ήταν σίγουρα Μετανάστρια του Νερού. «My baby», είπε με αγωνία, και η Χλόη τώρα κατάλαβε: δεν ήταν άρρωστη, είχε γεννήσει. Προφανώς πριν φέρουν τη Χλόη, αλλιώς αποκλείεται να μην άκουγε τις κραυγές του τοκετού. Εδώ, στο νοσηλευτήριο, γεννούσαν οι μετανάστριες, οι παράνομες εννοείται, μα όλοι όσοι έρχονταν στο Αρχηγείο ήταν παράνομοι. Εκτός από όσους είχαν τη μεγάλη τύχη να κατάγονται από χώρα που είχε κηρύξει επίσημα πόλεμο, οπότε η Ευρώπη τους έδινε άδειες εισόδου και διαμονής, όλοι οι άλλοι προέρχονταν από τοπικές συγκρούσεις, συνήθως πολύ πιο άγριες κι αιματηρές από τον επίσημο πόλεμο, αλλά που κανένας διεθνής οργανισμός δεν αναγνώριζε, επομένως ήταν παράνομοι. Αποτέλεσμα, η λαθραία μετακίνηση. Όσο για τα νεογέννητα, τα φυλούσαν σε χωριστό θάλαμο, όπως στα κανονικά μαιευτήρια.

«Your baby is okay. Dont worry, okay. Sleep».

Η κοπέλα ησύχασε κι έκλεισε τα μάτια. Πόσο εύκολα με πίστεψε! Πόσο έχει ανάγκη μια οποιαδήποτε κουβέντα, μια επιβεβαίωση από έναν τυχαίο ξένο για να παραδοθεί στον ύπνο, στην ξεκούραση. Πόσα ψέματα θα έχει ακούσει, πόσα dont worry ατόφιες απάτες. Ήταν σαφώς μικρότερη από την ίδια, θα ήταν δεν θα ήταν είκοσι χρονών. Πού θα την πήγαιναν; Οι δρόμοι που ακολουθούσαν οι Μετανάστες του Νερού ήταν μυστικοί, τους ήξεραν μόνο λίγοι σύντροφοι, οι πιο έμπιστοι και μυημένοι.

Τους στέγαζαν στα πίσω κτίρια. Πρώτα έρχονταν στο κτίριο Γκίνη για καταγραφή και μετά πήγαιναν στα πίσω και μεγάλα προς την Τοσίτσα και τη Μπουμπουλίνας, το Μηχανολόγων και το Χημικών Μηχανικών. Τα κτίρια αυτά είχαν μετατραπεί σε κλειστά κάμπινγκ. Η Χλόη είχε πάει μια φορά, μία μόνο, αλλά της έμεινε αξέχαστη. Παντού σκηνές κάθε είδους και μεγέθους, στερεωμένες με πασσάλους βιδωμένους στο πάτωμα. Μπουγάδες μέσα στο κτίριο, σάπιζαν από την ίδια τους την υγρασία. Ρούχα και παπούτσια σε στοίβες από τις προσφορές των διαφόρων οργανώσεων. Πολλά κιβώτια ξηρά τροφή, πολύ περισσότερα με μπουκάλια νερό, υπερβολικά πολύ νερό. Σε έναν τοίχο μεγάλα ψυγεία αμφίβολης καθαριότητας, πιο κει μερικές κουζίνες με αέριο. Παντού ήταν σκορπισμένες μπάλες, κούκλες, αρκουδάκια και μικρά αυτοκίνητα. Σε μια γωνιά ένα πρόχειρο ιατρείο, αλλού καθισματάκια και ένα μεγαλύτερο μπροστά. «Εδώ είναι το σχολείο», της είχε πει ο Αλμπέρτο, «εδώ έρχεται και κάνει μάθημα η Βαλέρια». Ένα μικρό κομμάτι του πατώματος κολλητά στον τοίχο ήταν στρωμένο με χαλιά και είχε λίγα βιβλία επάνω. Ο χώρος προσευχής. Τις ομιλίες σε άγνωστες γλώσσες σκέπαζαν οι φωνές των παιδιών, που έκλαιγαν ή γελούσαν, και οι αναμιγμένες μυρωδιές ήταν μόνιμες, ένα χαρμάνι από ούρα, από τις μπουγάδες, από φαγητά, από ιδρώτα. Μυρωδιές αντρών, γυναικών και παιδιών, μυρωδιές από γάλα, αίμα και εμετό.

Πεινάω, θυμήθηκε η Χλόη. Ντύθηκε γρήγορα και αθόρυβα, φόρεσε το παλτό κι άφησε τα τακούνια να τα φορέσει στην πόρτα. Έφτιαξε τα μαλλιά της χωρίς καθρέφτη, δηλαδή έστρωσε τις πυκνές μπούκλες της. Από τότε που ήρθε στο Αρχηγείο τέρμα οι ισιωτικές, αυτό το λουκ το αφρικάνικο ταίριαζε καλύτερα εδώ. Έτσι κι αλλιώς σε κανένα από τα δύο λουκ δεν βρήκε ποτέ λύση στο πρόβλημά της: ό,τι κι αν έκανε, θα ήταν διαφορετική. Με το άφρο ήταν γραφική, κάτι εξωτικό, με το ισιωμένο ήταν ψεύτικη, μία που προσπαθούσε να μιμηθεί τις λευκές. Η εμφάνισή της υπήρξε για χρόνια ένα ζητούμενο, ένα θέμα κατασκευής. Όλη αυτή η βουβαμάρα μέσα στην οποία έζησε και στην οποία την καταδίκασε το αυστηρό politically correct, αυτή η στέρηση ενός φυσιολογικού βλέμματος επάνω της, την έκανε να αποφασίσει νωρίς να γίνει πολύ όμορφη, σαν μοντέλο. Ακόμα καλύτερα ήταν όταν ανακάλυψε ότι είχε φωνή. Άρχισε τότε να χτίζει μόνη της, μεθοδικά, την ιδιαίτερη, γοητευτική εικόνα του εαυτού της. Τώρα βέβαια είχε μεγαλώσει πια και δεν την ενδιέφεραν αυτά, έκανε με την εμφάνισή της απλώς ό,τι τη βόλευε ή της άρεσε.

Πήρε στα χέρια τον Φρόντο με τη συσκευή της στο στόμα του και, αφού φόρεσε και τα τακούνια της, βγήκε να πάρει ένα σάντουιτς από την καντίνα έξω στην οδό Στουρνάρη. Σκοτάδι. Από νύχτα σε νύχτα το πάω, έχω ξεχάσει το φως της μέρας. Με το σάντουιτς στο χέρι μπήκε πάλι στο Αρχηγείο, κι αυτή τη φορά κατευθύνθηκε στην Καλών Τεχνών, στον Αλμπέρτο. Τα τακούνια της αντήχησαν καθώς βάδιζε με λίγο θυμό: ένιωθε ότι ο Αλμπέρτο την είχε αφήσει μόνη επίτηδες, σαν ένα είδος τιμωρίας, γιατί δεν τα κατάφερε και τόσο καλά στην αποστολή, αφού κόντεψε να καεί.

Είχε αυτή την αίσθηση από μικρή, ότι οι αποφάσεις που έπαιρναν γι αυτήν ήταν ένα είδος τιμωρίας για κάτι, που όμως ποτέ δεν της το έλεγαν, ήταν κι αυτό από τα σιωπηλά, αυτά που τη στοίχειωναν με αμφιβολίες. Έτσι έγινε και όταν πήγε στην Ανδρομέδα. Πόσο ήταν τότε, δεκαέξι, δεκαεπτά; Ο μπαμπάς της είχε μάθει ότι το έσκαγε από το σχολείο και πήγαινε βόλτες, στο Mall ή αλλού, με τους συμμαθητές της. Της είχε φανεί αστείο, γιατί το έσκαγε από το σχολείο πολλά χρόνια, από την Πρώτη Γυμνασίου, και ο μπαμπάς το έμαθε στο λύκειο, τυχαία, ούτε είχε ποτέ ενδιαφερθεί. Την πήρε τότε μαζί του στο ιστιοφόρο, που το είχε από κοινού η μπάντα του, μια μπάντα έθνικ-τζαζ. Όμως τελικά πέρασε καλά στην Ανδρομέδα. Όχι απλώς καλά, αξέχαστα. Ο μπαμπάς την ενθάρρυνε, και κατακτούσε τα νησιά ένα ένα με το τραγούδι και την ομορφιά της. Τότε αναγκάστηκε και να αλλάξει σχολείο, γράφτηκε σε ένα λύκειο στο Φάληρο και πηγαινοερχόταν με ένα βαρκάκι στην Ανδρομέδα, που άραζε στα ανοιχτά της μαρίνας Φλοίσβου. Μα κι αυτό της βγήκε σε καλό, γιατί όπως στα νησιά, έτσι και σε εκείνο το καινούργιο σχολείο λανσαρίστηκε σαν σταρ, με την ομορφιά και με τις άριές της, που καταγοήτευσαν τους πάντες. Είχε πολλούς και μεγάλους θαυμαστές, ενώ ένας συμμαθητής της, ο Ορέστης, την ερωτεύτηκε τρελά κι απελπισμένα. Είχε πια τελειώσει το Λύκειο και πήγαινε κανονικά στο Ωδείο, μένοντας λιγότερο στο πλοίο και περισσότερο σε κάτι συγγενείς του μπαμπά στα Πατήσια, όταν ήρθε στο ιστιοφόρο ο Αλμπέρτο, με τα μακριά του μαλλιά και το ηλιοκαμένο του πρόσωπο, και της άρεσε αμέσως, κι ας ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερός της. Έπαιζε κιθάρα αλλά έκανε και άλλες πολλές δουλειές, ο μπαμπάς της τον συμπάθησε πολύ. Ήταν χαριτωμένος, φλύαρος, αεικίνητος. Είχε μια αγωνία να είναι πάντα δυνατός, να ξέρει πώς να αντιμετωπίσει τον κάθε πιθανό κίνδυνο. Όταν έμεναν μόνοι τους, στο πλοίο ή έξω, σε κάποια ακτή, έκαναν έρωτα. Ήταν κάπως σαν τρυφερό ζώο, στον έρωτά του απλός και βολικός, ήταν σαν δύο φίλοι που ικανοποιούσαν ο ένας τον άλλο κι όχι τόσο εραστές με αμοιβαίο πάθος. Εκείνη πάντως η σταθερή ερωτική ζωή τής χάρισε ισορροπία. Αντίθετα τώρα ο Αλμπέρτο δεν της πολυέκανε έρωτα, ούτε της μιλούσε πολύ, κι ούτε κιθάρα έπαιζε. Είχε φανερώσει μια προσωπικότητα πιο σκληρή και αυστηρή μα κατά βάθος, η Χλόη το ένιωθε, πιο αβέβαιη.

Τα παράξενα αντικείμενα στην άκρη του διαδρόμου ήταν πάντα εκεί, και κάτι κινιόταν ανάμεσά τους στο μισοσκόταδο. Ήταν η Μαριάνθη, σκυμμένη πάνω από ένα από αυτά. Με τη βοήθεια ενός φακού σχεδίαζε σε ένα χαρτί, κοιτάζοντας το αντικείμενο.

«Γεια σου», της είπε η Χλόη πλησιάζοντας. «Ευχαριστώ για χτες βράδυ, που τηλεφώνησες στον Αλμπέρτο».

Η Μαριάνθη είχε ένα ανέκφραστο πρόσωπο με βλέμμα που απέφευγε τα μάτια του συνομιλητή, στόμα που στράβωνε σε ψεύτικο χαμόγελο, μαλλιά αχτένιστα. Η ατημέλητη εμφάνισή της ερχόταν σε αντίθεση με τις καλλιτεχνικές της σπουδές - ή μήπως όχι;

«Καθήκον, συντρόφισσα», απάντησε άτονα.

Η Χλόη ένιωσε αμήχανα, χαμογέλασε ωστόσο ευγενικά.

«Τι είναι αυτά;» ρώτησε με αληθινή περιέργεια.

«Γύψινα αντίγραφα επίπλων. Φτιάχνουμε καλούπια και χύνουμε μέσα γύψο καλλιτεχνίας. Μαθαίνουμε έτσι την τεχνική με την οποία αντιγράφτηκαν τα έπιπλα στη Σαντορίνη, στο Ακρωτήρι. Στο περίπου δηλαδή, γιατί δεν έχουμε λάβα ηφαιστείου».

Η Χλόη δεν κατάλαβε και πολλά, αλλά δεν ρώτησε περισσότερα.

«Ενδιαφέρον», είπε.

Δεν ρώτησε επίσης γιατί ήταν όλα έτσι μισά, και γιατί τα πετούσαν. Φαίνεται πως είχαν χρόνο για αρκετή άσκηση. Θυμήθηκε ότι μερικά παιδιά, φοιτητές, πήγαιναν για μελέτη στο Μουσείο, δίπλα. Ζήλεψε.

Ο διάδρομος ήταν παγωμένος και ένα ρεύμα κρύου αέρα από κάπου διατηρούσε την παγωνιά, που έμοιαζε να μην ενοχλεί τη Μαριάνθη. Η κοπέλα, που χτες το βράδυ είχε φορέσει τη στολή του χούντι, μαύρη ολόσωμη φόρμα και μάσκα και είχε πετάξει μολότοφ στο σπίτι της Μαρίας Κάλλας, παρέμενε σκυφτή πάνω από τα σπαράγματα των γύψινων αντιγράφων επίπλων, χωρίς να της δίνει πια σημασία. Έμοιαζε με πλάσμα από άλλο κόσμο, ένα φάντασμα από ταινία τρόμου. Η Χλόη προχώρησε.

Στη μεγάλη αίθουσα του Αρχηγείου είχε κόσμο σήμερα. Εκτός από τους μόνιμους της κατάληψης είχε κι άλλους, επισκέπτες. Έρχονταν για να κάνουν γνωριμίες και να οργανωθούν για τον αγώνα, αλλά περνούσαν τον περισσότερο καιρό καπνίζοντας και πίνοντας καφέδες και περίεργα τσάγια. Ακόμα και στους μόνιμους της Κατάληψης υπήρχαν πολλοί άσχετοι, «τουρίστες», που, όπως είχε καταλάβει η Χλόη, ήταν ευπρόσδεκτοι γιατί έφερναν τα λεφτά από τα φοιτητικά τους δάνεια. Οι φοιτητές στην Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια έπαιρναν δάνεια για τα δίδακτρα στα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, ένα θεσμό που ήρθε μαζί με την ένταξη στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης και που ποτέ οι ντόπιοι δεν είδαν φιλικά. Το σύστημα των δανείων πέρασε γρήγορα και στα δημόσια Πανεπιστήμια: για τη στέγαση, τα συγγράμματα, τα έξοδα βιβλιοθήκης, τον ψηφιακό εξοπλισμό, τα εκπαιδευτικά ταξίδια και μια σειρά άλλες ανάγκες του φοιτητή. Έτσι οι καταληψίες έφερναν λεφτά στο Αρχηγείο.

Στο μεγάλο τραπέζι θα είχε στηθεί πιο πριν φαγοπότι γιατί τα κορίτσια μάζευαν τώρα τα αποφάγια. Δεν με κάλεσαν, σκέφτηκε η Χλόη. Ο Αλμπέρτο, σε μια γωνία πάνω σε ένα στρώμα, κουβέντιαζε με τον Ορφέα. Ο Ορφέας ήταν γύρω στα τριάντα, με καλοσχηματισμένο κεφάλι, μαλλιά ξυρισμένα από τη μια πλευρά και με χαίτη από την άλλη, σκουλαρίκια στα φρύδια και μάτια μικρά με ψυχρό βλέμμα. Τη Χλόη την έφερνε σε αμηχανία, όπως και τους περισσότερους στην Κατάληψη, αφού εκπροσωπούσε τους εθνικιστές του Αγίου Παντελεήμονα. Οι βίαιες αυτές ομάδες είχαν ιστορία πολλών δεκαετιών. Οι τωρινοί, τα Παιδιά του Ορφέα όπως τους έλεγαν, ήταν πιο μετριοπαθείς από τους παλιούς. Δεν είχαν ναζιστικά σύμβολα, δεν ήταν σαν στρατιωτάκια όπως εκείνοι και τους άρεσε η μουσική, τα πάρτι και οι γυναίκες. Γνώριζαν όλοι πολεμικές τέχνες και είχαν γίνει άσσοι στα τζάιρο. Τον τελευταίο καιρό τους είχε προσεγγίσει το Αρχηγείο, γιατί είχαν, αυτή την εποχή, κοινούς σκοπούς: και οι εθνικιστές υποστήριζαν, με πάθος μάλιστα, την έξοδο της Ελλάδας από τον Πόλεμο του Νερού. Με εξαίρεση τους αρχηγούς ωστόσο, τα παιδιά στην Κατάληψη δεν πολυμιλούσαν στον Ορφέα, ενώ κάποια από αυτά τον απεχθάνονταν φανερά. Απόψε ο Αλμπέρτο καθόταν και κουβέντιαζε φιλικά μαζί του, και η Χλόη αποφάσισε να τους πλησιάσει.

Δεν σταμάτησαν την κουβέντα τους, ο Ορφέας μάλιστα την κοίταξε με ενδιαφέρον. Πριν πλησιάσει υπέθεσε ότι θα συζητούσαν για την καινούργια απαλλοτρίωση, το σπίτι της Κάλλας, που προοριζόταν ακριβώς για τα Παιδιά του Ορφέα, για να έχουν ένα στέκι κοντά στο Αρχηγείο. Αλλά από ό,τι πήρε τώρα το αυτί της οι δυο τους συζητούσαν θερμά, όχι τόσο σαν δυο αρχηγοί όσο σαν φιλαράκια, ούτε λίγο ούτε πολύ για τα τζάιρο, και πώς τα οδηγούν, και πόσα πιάνουν.

«Πού είναι η Τζάκι;» ρώτησε η Χλόη τον Αλμπέρτο. «Είμαι καλά και λέω να πάω σπίτι. Την είδες πουθενά;»

Αντί για τον Αλμπέρτο της απάντησε ο Ορφέας, κοιτάζοντάς την με τα ανεξιχνίαστα, ψυχρά του μάτια:

«Η Τζάκι είναι με κάτι τύπισσες στον Άγιο Παντελεήμονα, από ό,τι ξέρω», της είπε.

Θα δουλεύει, σκέφτηκε η Χλόη, αυτό σημαίνει το «με κάτι τύπισσες». Συχνά η Τζάκι πήγαινε σε γυναικείες συγκεντρώσεις και πάρτι, και η μόδα των bachelorettes της είχε έρθει κουτί, καθώς ήταν εκπληκτική μανικιουρίστα.

«Φεύγω», είπε στον Αλμπέρτο. «Τα λέμε αύριο, καληνύχτα».

«Να πας από πάνω, κάτω έχουμε κλειδώσει».


Δεν είχε φεγγάρι. Έκανε κρύο και είχε σύννεφα, αλλά έτσι κι αλλιώς ήταν νωρίς για φεγγάρι. Το φεγγάρι βοηθούσε με τη συσκότιση. Άλλη παράλογη ιστορία κι αυτή, αφού όλοι ήξεραν πως κανείς δεν θα βομβάρδιζε την Αθήνα, ούτε την Ελλάδα γενικά. Η Αθήνα είχε την Ακρόπολη και η Ελλάδα το θρυλικό Αλέξανδρο, την εξέδρα εξόρυξης υδρογονανθράκων στην καρδιά του Αιγαίου, που συγκέντρωνε συμφέροντα σχεδόν όλων των εμπόλεμων δυνάμεων. Οι μόνοι που ωφελούνταν από τους νόμους για τη συσκότιση ήταν οι ταξιτζήδες, που χρέωναν τη νυχτερινή κούρσα πανάκριβα, δήθεν για να καλύψουν το πρόστιμο που θα έτρωγαν αν τους έπιαναν με αναμμένα φώτα. Γι’ αυτό και ήταν δυσεύρετοι στις περιοχές των Δικών της, που δεν σήκωναν πολλά τέτοια και δεν ήταν διατεθειμένοι να πληρώνουν ακριβό ταξί.

Καθώς η έξοδος προς την Πατησίων ήταν κλειδωμένη, η Χλόη κινήθηκε προς τη Στουρνάρη, προς τη μεγάλη πόρτα στο τέλος του Αβερώφειου και την αρχή του κτιρίου Γκίνη. Στάθηκε ωστόσο, με θαυμασμό. Οι μικροί ηλιακοί προβολείς που είχαν εγκαταστήσει οι σύντροφοι έδειχναν τώρα την αξία τους. Φώτιζαν αχνά την αυλή και το υπέροχο Αβερώφειο, έρημο από τότε που και η τελευταία σχολή, η Αρχιτεκτονική, είχε μεταστεγαστεί στην Πολυτεχνειούπολη. Από τις επισκέψεις με το σχολείο η Χλόη θυμόταν πως το Μουσείο ήταν έργο του Ερνέστου Τσίλερ και το Πολυτεχνείο, στο αρχικό του τρίπτυχο, Αβερώφειο, Καλών Τεχνών και Πρυτανεία, του Λύσανδρου Καυταντζόγλου.

Στεκόταν τώρα μαγεμένη. Οι ιωνικές κολώνες στο υπερυψωμένο πρόπυλο του μεγαλόπρεπου κτιρίου το έκαναν να μοιάζει με παλάτι, λουσμένο στο αχνό λευκό φως από τους προβολείς. Το σκοτάδι γύρω έκρυβε τα σκουπίδια και τα γκράφιτι και άφηνε μόνο να φαίνονται οι κόχες κι οι επιφάνειες του μνημειακού αυτού οικοδομήματος με το περήφανο αέτωμα και την εγχάρακτη επιγραφή: «Μετσόβιον Πολυτεχνείον». Η Χλόη ανέβηκε τα σκαλιά και στάθηκε κάτω από τις κολώνες. Ποτέ δεν θα τους το πω, ποτέ δεν θα μπορέσω να πω την αλήθεια, πώς νιώθω για τα κτίρια αυτά. Ένιωθε το ζεστό μυστικό σαν φλόγα στο στήθος της, το μυστικό για το πόσο τη συγκινούσε αυτή η ομορφιά, η ομορφιά που κατέστρεφαν κάθε μέρα, συστηματικά, οι Δικοί της.

Στο βάθος το κτίριο των Χημικών Μηχανικών (ή των Μηχανολόγων;) είχε ένα φως. Κάποιοι μετανάστες θα είναι ξύπνιοι. Μπορεί και να προσεύχονται. Κατέβηκε και προχώρησε προς την έξοδο. Το κτίριο Γκίνη ήταν τελείως έρημο και σκοτεινό. Μπροστά της τώρα, κάτω από την υπερυψωμένη εσωτερική του πόρτα, μαύριζε ένας μεγάλος σωρός σκουπίδια με κινούμενα σπλάχνα, ποντίκια μάλλον. Οι σκιές και οι θόρυβοι έκαναν τα νεύρα της να τεντωθούν, ποτέ δεν ξέρεις ποιος έχει μπει από την αφύλακτη πόρτα. Σταμάτησε λίγο να ακούσει την ανάσα της και να μην την μπερδεύουν τα ίδια της τα τακούνια.

Τότε άκουσε ολοκάθαρα κάτι να τρίζει. Κάτι μεταλλικό. Έτριζε σταθερά, ρυθμικά, σαν να το κουνούσε ο αέρας, αλλά αέρας δεν υπήρχε καθόλου. Ο θόρυβος ερχόταν σίγουρα μέσα από την αυλή. Το φως του κοντινού προβολέα δεν έφτανε εκεί όπου στεκόταν και η αντίθεση με την απαλή γάζα φωτός πιο δίπλα έκανε το σκοτάδι ακόμα πιο μαύρο. Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα. Επιφυλακτικά πλησίασε προς το τρίξιμο. Ο θόρυβος έγινε πιο δυνατός, πιο καθαρός, ένας ξερός μεταλλικός ήχος, σαν από αλυσίδα. Στη στροφή, εκεί που το φως του απέναντι προβολέα έφτανε τώρα αμυδρά, η ανάσα της κόπηκε απότομα: ένα λευκό πλάσμα, ένα φάντασμα, κινιόταν πέρα δώθε στο σκοτάδι, κρεμασμένο στον αέρα. Η Χλόη στάθηκε να συνέλθει, δεν υπάρχουν φαντάσματα. Άναψε το φακό στον στήθος του Φρόντο, τι είναι λοιπόν αυτό εδώ;

Το πλάσμα έβγαλε μια λεπτή φωνή, σαν γέλιο, μετά άρχισε να τραγουδάει σε μια άγνωστη γλώσσα. «Τι είσαι εσύ»;» κατάφερε να ρωτήσει η Χλόη, ενώ και ο Φρόντο κινιόταν ανήσυχος. «Τι γλώσσα είναι αυτή;» συμπλήρωσε, αμήχανη. «Τι μουρμουράς, τι λες;»

Το παιδί, προφανώς επρόκειτο για παιδί, την κοίταξε κατάματα.

«Τραγουδάω για τα παιδάκια που δεν έχουν νερό», είπε και έδειξε προς το μέρος όπου έμεναν οι Μετανάστες του Νερού.

Η Χλόη είχε τώρα ηρεμήσει αρκετά. Ήταν ένα κοριτσάκι, οκτώ ή εννέα χρονών. Ήταν καλοντυμένο, με ένα ανοιχτό πράσινο ή κίτρινο, όχι λευκό πάντως, παλτό, και δεν έμοιαζε με τα παιδιά των μεταναστών. Είχε γυαλιστερά μακριά μαλλιά, πιασμένα με ένα κοκαλάκι στην κορφή, και φορούσε μπότες και γάντια. Κοιτούσε επίσης τον Φρόντο με το άπληστο βλέμμα του παιδιού που δεν έχει ξαναδεί από κοντά τέτοιο παιχνίδι. Με δεδομένο και ότι καταλάβαινε μια χαρά ελληνικά θα το περνούσε για ελληνόπουλο, αν δεν τραγουδούσε σε αυτή την άγνωστή της γλώσσα, που έμοιαζε, από ό,τι ήταν σε θέση να μαντέψει, σλάβικη. Τέλος, αυτό που είχε ακούσει να τρίζει ήταν, το έβλεπε τώρα, μια λυόμενη κούνια από αυτές που πουλάνε στα παιχνιδομάγαζα.

Ετοιμάστηκε να ρωτήσει «πώς σε λένε;» και «πού είναι η μαμά σου», και τέτοια που ρωτάνε οι μεγάλοι τα παιδιά, ειδικά αυτά που δεν ανησυχούν στην ερημιά και το σκοτάδι, όταν μια γνώριμη φωνή ακούστηκε πίσω της:

«Αντριάνα! Εδώ είσαι! Έλα γρήγορα μέσα, κάνει κρύο! Μέσα είπα, τώρα!»

Αυτή τη φορά η φωνή της Βαλέριας είχε έναν τόνο ανάμεσα στο τρυφερό και το αυστηρό. Είχε επίσης τη μαγική εκείνη χροιά που διαλύει κάθε φόβο και ανησυχία.

«Βάλι», είπε η Χλόη με απέραντη ανακούφιση.

«Η Αντριάνα Βασίλιεβα Μαρίνσκα», εξήγησε η Βαλέρια, δείχνοντας το παιδί, που, μετά από μια στιγμή σκέψης, σαν να ζύγιζε τις πιθανότητες, κατέβηκε φρόνιμα από την κούνια. «Η κόρη μου. Είχε μια δουλειά ο μπαμπάς της και την πήρα για λίγο εδώ, τι να κάνω; Κι έχει χάσει το ύπνο της, μπερδεύτηκε».

Η Αντριάνα (Βασίλιεβα Μαρίνσκα) δεν φαινόταν και πολύ μπερδεμένη.

Έτσι εξηγείται η γλώσσα, συμπέρανε η Χλόη. Βουλγαρικά βέβαια. Η δεύτερη (ή η πρώτη;) γλώσσα της Βαλέριας και του άντρα της, του Βασίλι.

«Φεύγεις;» συνέχισε η Βαλέρια. «Έχεις τίποτε να φας στο σπίτι;»

Η αλήθεια ήταν πως δεν είχε. Η Τζάκι απίθανο να είχε μαγειρέψει, χώρια που μπορεί να μην είχε επιστρέψει καν.

«Έλα, πάμε μέσα, στο ραδιοσταθμό. Θα παραγγείλουμε κάτι», της πρότεινε η Βαλέρια. «Κερνάω, έλα. Πάμε να τα πούμε λίγο, να δυναμώσεις. Φεύγεις μετά, έτσι κι αλλιώς εσύ δεν φοβάσαι τη νύχτα, έλα».

Πεινούσε ήταν η αλήθεια. Επίσης, παρά τη διαφορά ηλικίας με τη Βαλέρια, που ήταν γύρω στα σαράντα, η συντροφιά της ήταν ενδιαφέρουσα και ανακουφιστική.

Και ήταν και περίεργη: δεν είχε πάει ποτέ μέσα στο «Εδώ Πολυτεχνείο».

3


Ο Πέτρος Ιγνατίογλου κοίταξε με ευχαρίστηση το ονοματεπώνυμό του και τον τίτλο στην πρώτη σελίδα του χειρογράφου. Ξεφύλλισε λίγο, έκανε μια δυο διορθώσεις κι έβαλε το χάρτινο πακέτο πάλι στην τσάντα του. Γαλάζιο Χρυσάφι. Η έκδοση ενός βιβλίου με θέμα τα ποτάμια της Αθήνας, αρχαία, σύγχρονα και μελλοντικά, ήταν το κρυφό του όνειρο, δεν ήταν όμως στα σχέδια της Τερέζας κι έτσι το είχε παρατήσει. Μέχρι χτες είχε ξεχάσει και το χειρόγραφο, μέσα στην κρυφή θήκη της τσάντας.

Έδιωξε την ανάμνηση της χτεσινής νύχτας και συγκεντρώθηκε στα άλλα του χαρτιά, στo πρότζεκτ με θέμα επίσης τα ποτάμια της Αθήνας, και πώς θα μπορούσαν να «ζωντανέψουν» εικονικά, με χαράξεις στους δρόμους, πάρκα και μικρά τεχνητά σώματα νερού. Καμιά φορά κι αυτό το έργο τον έκανε να ονειροπολεί. Βαθιά μέσα του, σε έναν άλλο κόσμο όπου δεν θα είχε αυτό το παρελθόν, ένιωθε ότι φώλιαζε ο τολμηρός αρχηγός μιας εκλεκτής ομάδας που θα έβρισκε τις τεχνικές λύσεις να ζωντανέψει πραγματικά, όχι εικονικά, τα ποτάμια. Ξεχνιόταν, μετά μουρμούριζε «εγώ δεν είμαι παρά ένας αρχιτέκτονας της σειράς». To πρότζεκτ άλλωστε, έτσι όπως ήταν ήδη, ήταν πολύ πιο απαιτητικό από το κρυφό βιβλίο του και από όλα τα αιθεροβάμονα όνειρά του: χρειαζόταν υπολογισμούς κονδυλίων, πολεοδομικό σχεδιασμό, γεωλογικές μελέτες και πάνω από όλα συνεχή υποστήριξη απέναντι στο σαμποτάζ των αντιπάλων. Χωρίς τη βοήθεια της Τερέζας και των πολιτικών της φίλων στη φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση, φίλους που είχε κυρίως χάρη στη θέση της στην NSB, τη National State Bank, ο Πέτρος θα είχε πελαγώσει. Θα βοηθούσε πάντως και η έκθεση που ετοίμαζε για το Μουσείο, Ποτάμια της Αρχαίας Αθήνας, μια τρίτη εκδοχή του ίδιου θέματος. Έπρεπε να την φροντίσει κι αυτή. Άνοιξε πάλι την τσάντα. Άπλωσε κι αυτά τα χαρτιά στο μικρό γραφείο, αλλά μπερδεύτηκαν με τα άλλα, έπεσαν κάτω, δεν χωρούσαν. Θύμωσε με τον εαυτό του. Γιατί κάθομαι εδω; Γιατί δεν είμαι μέσα, στο μεγάλο, άνετο, πολυτελές γραφείο μου, με την ξύλινη επένδυση και την ηχομόνωση, με την πολύτιμη βιβλιοθήκη, με τις κρυψώνες που ως σήμερα ακόμα δεν έχω εξερευνήσει και με τα κειμήλια της οικογένειας Ιγνατίογλου; Γιατί δουλεύω σαν παρείσακτος, σαν φιλοξενούμενο παιδί, στο ίδιο μου το σπίτι, την κληρονομιά μου; Ήξερε γιατί: στο βάθος του διαδρόμου, στο γυμναστήριό της, απέναντι από το μεγάλο γραφείο, βρισκόταν αυτή την ώρα η Τερέζα.

Ο Πέτρος την είδε με το νου του, τη μύρισε: το γυμνασμένο, σφιχτό σώμα της, τις ρυθμικές κινήσεις, τον άψογο χειρισμό των οργάνων. Είδε τους μυς της, ντυμένους με ακριβό κολάν, είδε τα στήθη της κάτω από το αθλητικό σουτιέν, να κινούνται με τις ασκήσεις. Το πρόσωπό της ήταν το ίδιο σφιχτό και γυμνασμένο. Τα σκληρά χαρακτηριστικά της την έκαναν να δείχνει μεγαλύτερη από τα τριάντα έξι της χρόνια, όμως αυτό τον Πέτρο δεν τον ένοιαζε καθόλου, κι ας ήταν έξι χρόνια μικρότερός της. Ας έδειχνε, κι ας ήταν, πολύ ακόμα μεγαλύτερη η γυναίκα του, αρκεί να μην ήταν τόσο ανάλγητη, τόσο άτεγκτη. Τόσο πληγωμένη.

Καμιά φορά ο Πέτρος αναρωτιόταν: ήταν πράγματι ακόμα πληγωμένη; Πονούσε ακόμα για την απώλεια, που σφράγισε τόσο άγρια και τους δυο τους; Πενθούσε ακόμα, όσο έδειχνε, τη μικρή της αδερφή; Ή υποκρινόταν, για να μην αποδεχτεί ότι η ζωή συνεχίζεται και ότι είναι η ζωή με τον Πέτρο; Άραγε θα τον κατέστρεφε αν την άφηνε; Θα τον κυνηγούσε;

Αλλά δεν ήθελε να την αφήσει. Τουλάχιστον όχι ως χτες. Εξ άλλου, δεν πίστευε πως θα του έκανε κακό. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος τόσο έξυπνος, τόσο προικισμένος σαν την Τερέζα, να στηρίζει τη ζωή του στην κακία. Όχι, η Τερέζα ήταν καλή κατά βάθος. Ο ίδιος ήταν που έφταιγε για την εξάρτησή του, γιατί δεν μπορούσε να ξεχάσει, δεν μπορούσε να συγχωρήσει τον εαυτό του. Έτσι τώρα καθόταν εδώ, στο μικρό γραφείο του χολ από σκαλιστό ξύλο, αντίκα κι αυτό της οικογένειας Ιγνατίογλου μαζί με τον παλιό καθρέφτη απέναντι, την ελαιογραφία στον τοίχο και την κονσόλα που τη στόλιζαν οι φωτογραφίες της Τερέζας και της Μίλλι. Όλα, ακόμα και η κρεμάστρα από έβενο, ήταν δική του κληρονομιά. Αυτό το διαμέρισμα στην παλιά, ιστορική πολυκατοικία του Κολωνακίου ήταν δικό του, όπως και το ακριβώς από πάνω, που το είχε ενώσει με ξύλινη στριφογυριστή σκάλα (αυτή και η ηχομόνωση του μεγάλου γραφείου ήταν οι μόνες αλλαγές που έκανε στο σπίτι μετά το γάμο του) έχοντας έτσι φτιάξει μια εσωτερική μεζονέτα. Ήταν όλα δικά του, και ούτε που το θυμόταν, ούτε που τον ένοιαζε πια. Κοίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη. Τα μάτια του, σκούρα, μαύρα σχεδόν, γυάλιζαν σαν να είχε μόνιμα πυρετό. Κάποτε τον έλεγαν ωραίο τα κορίτσια, τώρα έβλεπε ένα νευρικό άντρα με πεταμένες φλέβες, μακρύ λαιμό και μαλλιά που έμοιαζαν διαρκώς ιδρωμένα, ίσως επειδή προσπαθούσε να τα περιποιηθεί βιαστικά λίγο πριν αφήσει τις μελέτες του για να φύγει για τη δουλειά. Ευτυχώς είχε μάθει από μικρός να προσέχει το ντύσιμό του, λίγα ρούχα που επαναλαμβάνονταν, κι αυτό όμως ήταν μια συνήθεια που τον ξεχώριζε από τους άλλους εργαζόμενους στο Μουσείο, έδειχνε την καλή του καταγωγή. Τα άλλα που είχε μάθει από μικρός, η σκοποβολή και οι πολεμικές τέχνες, είχαν σβήσει, κανείς δεν μάντευε στη θέα αυτού του αγχώδους υπάλληλου τον δυνατό και άφοβο νέο που υπήρξε. Το πορτατίφ του μικρού γραφείου έριχνε σκιές στο είδωλό του, το χολ ήταν βυθισμένο στο ημίφως, η αναπνοή της Τερέζας στοίχειωνε το σπίτι, αντηχούσε παντού, σαν να ήταν το ίδιο το σπίτι που ανέπνεε. Κι όμως απόψε ο Πέτρος ένιωθε ένας μάγος που ξύπνησε από μακρά νάρκωση, ένας παροπλισμένος ονειροπόλος που ίσως θα μπορούσε ξανά να ανθίσει.


Η Τερέζα τελείωσε τη γυμναστική, έκλεισε τα μηχανήματα και κοίταξε στη συσκευή της τα μηνύματά της. Ο Αντρέας. Του είχε δώσει να ελέγξει κάτι δικαιολογητικά για ένα δάνειο, δήθεν ότι η ίδια δεν είχε χρόνο. Θα τον πάρω μετά, ας περιμένει. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να ελέγξει το δάνειο αλλά τον ίδιο τον Αντρέα. Δεν του είχε εμπιστοσύνη. Δεν ήξερε τι παιχνίδι έπαιζε, ο όμορφος κοκκινομάλλης οικονομολόγος.

Ο Πέτρος θα είχε φύγει τώρα. Πολύ βολικό που είχε διαλέξει το βραδινό ωράριο στο Μουσείο, πέντε με έντεκα. Την απέφευγε εκείνος, τον ξεφορτωνόταν κι αυτή. Όχι πολύ, όσο χρειαζόταν για να κάνει τις δουλειές της. Κατά τα άλλα εμένα, αγάπη μου, δεν θα με ξεφορτωθείς ποτέ. Και πάντως όχι έτσι, απλά.

Κοίταξε γύρω το γυμναστήριο. Οι φόρμες ήταν τακτοποιημένες στη σειρά στις κρεμάστρες. Ανάμεσά τους και μία που δεν ήταν φόρμα αλλά μια πολύ ειδική στολή. Η Τερέζα προτιμούσε να την έχει εδώ, μακριά από το καθημερινό βλέμμα του Πέτρου. Έλεγξε επίσης τα συρτάρια της ντουλάπας. Στο τελευταίο, μέσα στο κουτί του, το όπλο της. Γι’ αυτό ο Πέτρος ήξερε, γιατί ο ίδιος της είχε μάθει σκοποβολή. Δεν ήταν βέβαια τόσο καλή όσο εκείνος, πήγαινε όμως για προπόνηση στα σκοπευτήρια, χωρίς εκείνος να το ξέρει.

Ανέβηκε από την εσωτερική σκάλα στην κρεβατοκάμαρα. Το ροζ φως του πορτατίφ απλώθηκε στο δωμάτιο, δίνοντας μια απόκοσμη χροιά στη φωτογραφία της Μίλλι πάνω στην τουαλέτα.

«Έλα να δούμε ειδήσεις, Μιλλίτσα», είπε η Τερέζα, καθώς φορούσε ένα βαμβακερό παντελόνι πιτζάμας. Γέλασε μέσα της: αν την άκουγαν να μιλάει με τόση φυσικότητα στη Μίλλι θα την περνούσαν για τρελή. Τόσο τους κόβει. Ήταν η καλύτερη μέθοδος να βάζει σε τάξη τη σκέψη της, η καλύτερη, και δωρεάν, ψυχοθεραπεία. Μίλλι, μια νεκρή. Ο ιδανικός, ο πιο έμπιστος ακροατής.

Πρώτη στις ειδήσεις ήταν η σύγκρουση του μήνα, ανάμεσα σε δύο κράτη (ή δύο τμήματά τους, δεν ήταν σαφές) που τελειώνουν σε -ιστάν, ένα πλούσιο κι ένα φτωχό που όμως διέθετε υψόμετρο, κι έτσι έλεγχε έναν ποταμό τριών δισεκατομμυρίων μεγαβάτ ηλεκτρισμού. Στη οθόνη δέσποζε η υποβλητική νυχτερινή εικόνα των διυλιστηρίων της πλούσιας πλευράς και δίπλα της η εικόνα από τις επεισοδιακές διαδηλώσεις της φτωχής. Οι κόκκινες φλόγες των εμπρησμών συνομιλούσαν αντιστικτικά με τις ήρεμες βαθυγάλαζες των διυλιστηρίων. «Οι ειδήσεις είναι βασικά μια υπερπαραγωγή, Μίλλι μου. Κοίτα φωτιές, κοίτα θέαμα!».

Στη δεύτερη είδηση «ξεκίνησε σήμερα η διάσκεψη του ΟΗΕ, με τρεις διαφορετικές ατζέντες». Η παγκόσμια διπλωματία προσπαθούσε, με ατέλειωτες συσκέψεις, να φτιάξει εργαλεία για να ελέγχει τις μη επίσημες, τις τοπικές συγκρούσεις. «Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών κι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης κι όλα αυτά τα Ηνωμένα», είπε η Τερέζα, «είναι μια πολύ μεγάλη ειρωνεία, Μίλλι μου. Έγιναν για να εμποδίσουν τους πολέμους μεταξύ κρατών, αλλά ο Πόλεμος του Νερού δεν είναι πόλεμος μεταξύ κρατών. Ποτέ δεν ξέρουμε ποιος πολεμάει με ποιον. Το μόνο που ξέρουμε με σιγουριά είναι ότι έχει γεμίσει o πλανήτης ιδιωτικούς στρατούς. Στρατούς-επιχειρήσεις. Φαντάζεσαι, Μίλλι, τι μπίζνες;»

Επιτέλους εσωτερικές ειδήσεις: οι εγχώριοι επιστήμονες τοποθετούνταν για το πρόβλημα του νερού, ο καθένας σύμφωνα με το κόμμα του. Από τις αστείες αοριστίες («καλύτερη διαχείριση των πόρων») ήταν ολοφάνερο πως κανένας δεν είχε πραγματικό σχέδιο. Όμως, μέσα στην εκκωφαντική έλλειψη ρεαλισμού, έλαμπε αυτό που κυρίως ενδιέφερε την Τερέζα: ο ανταγωνισμός για την εξουσία.

«Οι Ριζοσπάστες Οικολόγοι ανεβαίνουν, Μίλλι», είπε σκεφτική, καθώς καθόταν στην τουαλέτα, πρόσωπο με πρόσωπο με τη νεκρή. «Ξέρεις, αυτοί που είναι πίσω από τις καταλήψεις και τις απαλλοτριώσεις κτιρίων. Κερδίζουν έδαφος».

Άρχισε να βουρτσίζει τα πυκνά καστανά της μαλλιά. Δεν είχε τις ξανθές μπούκλες της Μίλλι, όχι. Κάποια γιαγιά από την πλευρά της μαμάς τους ήταν, σύμφωνα με τις φήμες, ξανθιά, αλλά η ίδια κληρονόμησε τα σκληρά χαρακτηριστικά και τα σκούρα χρώματα των Πελοποννήσιων αγροτών από την πλευρά του πατέρα. Καλύτερα, ταιριάζουν πιο πολύ με τη δουλειά μου. Κι όσο για σεξ απήλ, διέθετε αρκετό. Περισσότερο από τη μικρή, αν και δεν είχε σημασία πια.

Στο γραφείο της, απέναντι από το μεγάλο κρεβάτι, άνοιξε τις οθόνες της. Τρία αρχεία, το καθένα σε διαφορετική οθόνη, της άρεσε έτσι. Στη μία γενικές δουλειές της Τράπεζας, όπως τα δάνεια για τους φοιτητές. Στη δεύτερη έκανε «χμ» σκεφτική, σκρολάροντας μια λίστα με ονόματα. Στην τρίτη οθόνη, όπου και αφοσιώθηκε τελικά, ήταν ανοιχτό ένα αρχείο με τον τίτλο «Ποτάμια-Πέτρος».


Το Κολωνάκι δεν φοβόταν τον πόλεμο. Βγαίνοντας από την ιστορική πολυκατοικία, με τη χρονολογία κατασκευής και το όνομα του αρχιτέκτονα δίπλα στην είσοδο, ο Πέτρος βρέθηκε στην πλατεία, ανάμεσα σε κόσμο θορυβώδη και πολύγλωσσο που μιλούσε στις συσκευές του κλείνοντας ραντεβού ή περιμένοντας ήδη έξω από το σταθμό του μετρό, τον πιο περιποιημένο της Κίτρινης Γραμμής. Γιρλάντες με φωτάκια αναβόσβηναν στις καφετέριες περιγελώντας τη συσκότιση και στη μέση, πάνω από την πλατεία, ξεχώριζε σαν εξέδρα γιορτής το υπερυψωμένο γυροδρόμιο. Εκτός από τα ιδιόκτητα υπήρχαν κι ενοικιαζόμενα τζάιρο. Κάθε τόσο προσγειωνόταν ένα, συνήθως ερχόμενο από το Λυκαβηττό, κι από κάτω οι φίλοι καθοδηγούσαν την προσγείωση γελώντας. Καθημερινά τέτοια ώρα η πλατεία Κολωνακίου, βασίλειο των ευρωπαϊστών, υπενθύμιζε στον Πέτρο γιατί, το πιθανότερο, θα ήταν με αυτούς και όχι με τους Άλλους ακόμα και αν έλειπε η Τερέζα και το κοινό τους πρότζεκτ: εδώ έβλεπες μαζί και τις δυο πλευρές. Οι Άλλοι έρχονταν εδώ και διασκέδαζαν, συμμετείχαν στις παρέες, τις μουσικές, τα γέλια. Κανείς δεν τους στραβοκοίταζε, κανείς δεν τους θεωρούσε κατάσκοπους όπως έκαναν εκείνοι, σφιχτοί, αγέλαστοι και εχθρικοί με τους ευρωπαϊστές που πατούσαν το βασίλειό τους.

Στην οδό Αναγνωστοπούλου μικρά ρεστωράν και καταστήματα με ρούχα, αντίκες και χειροποίητα, ήταν ανοιχτά Κυριακή βράδυ, «αυτά θα σταματήσουν όταν έρθουμε εμείς στα πράγματα», είχε ακούσει τους Άλλους να λένε. Περνώντας δίπλα από έναν ήσυχο μικρό λόφο, παρυφή του Λυκαβηττού, η Αναγνωστοπούλου κατέληγε στη οδό Σίνα. Εκεί ήταν το σύνορο των δύο κόσμων, το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας. Στο μεγάλο κτίριο με το μυστικό κήπο - κομψοτέχνημα, τη βιβλιοθήκη -θησαυρό και τις τρεις σημαίες, την ελληνική, τη γαλλική και την ευρωπαϊκή, μπαινόβγαινε πάντα κόσμος για κάποια εκδήλωση, μια προβολή στην αίθουσα Theo Angelopoulos, μια διάλεξη. Τα μικρά βιβλιοπωλεία απέναντι, ανοιχτά ως τα μεσάνυχτα και γεμάτα βιβλία για τη γαλλική γλώσσα, τη γραμματική, τη λογοτεχνία, ήταν φωλιές μιας μακρόχρονης σχέσης με την οικειότητα ηλικιωμένου ζευγαριού. Σ’ αυτό τον ήρεμο, αυτόφωτο κόσμο μιας Ευρώπης αισιόδοξης κι αθώας τελείωνε η επικράτεια των Δικών του. Ο Πέτρος έπαιρνε την οδό Αραχώβης και περνούσε πρώτα μια μικρή ουδέτερη ζώνη, λίγα φώτα, λίγα σκουπίδια. Μετά έμπαινε πια για τα καλά στο βασίλειο των Άλλων.

Η Αραχώβης μετά την Ασκληπιού ήταν σαν ένα τούνελ με γκράφιτι, που μόλις διακρίνονταν στο αμυδρό φως από κάποιο παράθυρο ή από μια αδύναμη λάμπα. Πνιχτές μουσικές, ένα μπουζούκι, ένα κρουστό, ένα σαξόφωνο, έβγαιναν από μισάνοιχτες πόρτες εστιατορίων και μπαρ χωρίς καμιά ταμπέλα στην είσοδο. Μαζί τους ξέφευγαν το γάργαρο γέλιο ενός κοριτσιού ή το τρανταχτό ενός άντρα, και οσμές κουζίνας από κάτι τηγανητό, απροσδιόριστο. Εδώ ήταν τα στέκια όπου διασκέδαζαν οι Άλλοι, λίγα μέτρα από την πλατεία τους, την πλατεία Εξαρχείων, και προστατευμένοι από τη μεγάλη κατάληψη του Πολυτεχνείου, τη λεγόμενη Αρχηγείο. Αν και σκοτεινή, ο Πέτρος δεν έκανε ποτέ το λάθος να θεωρήσει την πλατεία Εξαρχείων έρημη. Πάντα υπήρχαν θαμώνες στα βυθισμένα στο θαμπό ημίφως καφενεία της αλλά και στα παγκάκια, στο γρασίδι, στα πεζούλια και στις εισόδους των σπιτιών, ακόμα και γύρω από το άγαλμα των Μικρών Ερώτων ή ό,τι απέμενε από αυτό, καθότι οι Άλλοι είχαν μια ιδιόρρυθμη σχέση με τα αγάλματα και τα ακρωτηρίαζαν. Πολύπαθος ήταν και ο σταθμός του μετρό, ο πιο εγκαταλειμμένος της Κίτρινης Γραμμής και συχνά κλειστός λόγω επεισοδίων. Το μόνο αξιόλογο που σωζόταν στην περιοχή, χωμένο σε στενόχωρες τρύπες, ήταν ένας δυο μικροί εκδοτικοί οίκοι και μερικά βιβλιοπωλεία με βιβλία εξαντλημένα αλλού, χάρτινες εκδόσεις των λίγων αντιτύπων.

Γωνία Αραχώβης και πλατείας, στο ύψος της θρυλικής Μπλε Πολυκατοικίας, που στο σχεδιασμό της έκλεισε κάποτε το πρωτοπόρο όραμα της μοντέρνας ζωής και τώρα την κατοικούσαν γραφειοκράτες των Ριζοσπαστών Οικολόγων, ο Πέτρος έστριβε στον πεζόδρομο της Θεμιστοκλέους και λίγο μετά έπαιρνε την οδό Μεθώνης. Εδώ το σκηνικό ήταν ακόμα πιο βαρύ και σκοτεινό και τα μικρά αιωνόβια νεοκλασικά μύριζαν υγρασία κι εγκατάλειψη, ωστόσο, σε κάποιο τυχαίο φως, ο Πέτρος διέκρινε τα κομψά κάγκελα των μπαλκονιών πάνω από τα φουρούσια τους. Τα γκράφιτι γίνονταν όλο και πιο άγρια, ανακατεμένα με σωρούς σκουπιδιών που σάπιζαν. Το σύστημα της ανακύκλωσης είχε φρακάρει. Αυτό για πολλούς θαμώνες των Εξαρχείων ήταν καλό, έφερνε πίσω τις παλιές μυρωδιές που η αποστειρωμένη πόλη είχε λησμονήσει, μυρωδιές που είχαν ζωντάνια, σήμαιναν αληθινή ζωή. Ποιητές και πεζογράφοι είχαν εμπνευσθεί από αυτό το πρόσφατο φαινόμενο.


Continue reading this ebook at Smashwords.
Download this book for your ebook reader.
(Pages 1-39 show above.)